Σαν τίτλος μονόπρακτου του Ευγένιου Τριβιζά ακούγεται. Γιατί όχι?
Πριν μια βδομάδα πάτησα τα 24. Ελάχιστα με απασχόλησε η αύξηση του counter – ανέκαθεν ήμουν ο τρελός της παρέας που δεν τον ένοιαζε που μεγαλώνει. Τα υπαρξιακά μου τα περνούσα πάντα σε ανύποπτες φάσεις, και ανεξάρτητα από ηλικιακές μεταβολές. Μα αυτή τη φορά συνέπεσαν χρονικά, και έτσι αυτή η καταχώρηση έχει μεταξύ άλλων στόχο να διαλύσει τις όποιες ανυπόστατες υποψίες, ξεκαθαρίζοντας πως συσχετίσεις ανάμεσα στην κακή μου διάθεση και την αύξηση του δηλωτικού της ηλικίας μου δεν είναι παρά εντελώς και ολοκληρωτικά συμπτωματικές.
Την Ελένη τη γνώρισα 3 μέρες πριν τα γενέθλιά μου. Ήταν Τετάρτη, τελευταία Τετάρτη πριν ξεκινήσουν οι διακοπές του πάσχα. Ήρθαμε σε επαφή εντελώς τυχαία για μια έρευνα που κάνει στα πλαίσια του μεταπτυχιακού της. Εθελοντές έψαχναν, και η έμφυτη τάση μου να χώνομαι όταν ψιλοβαριέμαι, με οδήγησε πιστά. Αν ήξερα..
Αν ήξερα θα πήγαινα δυο φορές, εδώ που τα λέμε. Γλυκιά, έξυπνη, κεφάτη – κάτι μάτια που να μην μπορείς να κοιτάξεις αλλού. Anyway, τι να λέμε τώρα, όλα αυτά είναι λεπτομέρειες, η κοπελιά μου έκανε κλικ. Δεν προλάβαμε να πάμε από τη σχολή σε μια καφετέρια να τα πούμε, και το μόνο που είχα στο μυαλό μου είναι πότε θα την ξανάβλεπα. Κι ας σπούδαζε αυτή Λονδίνο κι εγώ εδώ, κι ας ήξερα ότι θα έφευγε μετά τις διακοπές. Κι ας θα’πρεπε μετά …ξέρω κι εγώ τι. Λεπτομέρειες.
Γελούσε. “Όταν μια γυναίκα γελάει μαζί σου, της αρέσεις”, μου έλεγε ο πατέρας μου. Και ήμασταν οι δυο μας, κι ας μην ήταν ραντεβού, και φαινόταν πραγματικά να το διασκεδάζει – όλα ήταν τέλεια. Και το πιο περίεργο απ’όλα, δεν είχα άγχος, ήμουν χαλαρός. Για πρώτη φορά ένιωθα πως ήμουν σε γνώριμα μέρη, πως δεν πρέπει να το παίξω κάτι, να είμαι κάπως “πιο” απ’ότι είμαι πραγματικά.
Και της είπα για τα γενέθλιά μου, ότι είναι σε τρεις μέρες, και πως σκοπεύω να τα γιορτάσω με φίλους, σε κάποιο μπαράκι από αυτά που είχαμε ήδη εντοπίσει ότι άρεσαν και στους δυο μας. Κι όταν η ώρα πέρασε και έπρεπε να φύγουμε, μου είπε “στείλε μου”, και έφυγε χαμογελώντας, όχι μόνο με τα χείλη, μα με τα μάτια. Μα ίσως ιδέα μου αυτό..
Της έστειλα, μα δεν ήρθε – ούτε έστειλε χρόνια πολλά. Πικράθηκα. Ήταν πηγμένη, το είχε πει, αυτό το καταραμένο πάσχα μας στριμώχνει όλους, μα ούτε ένα μήνυμα? Ένα από αυτά τα τυπικά, τα “χρόνια πολλά και ότι επιθυμείς, λυπάμαι που δεν μπόρεσαν να έρθω κλπκλπ”. Έστω. Της ξανάστειλα την Τρίτη. Ήθελα μια ευκαιρία να την ξαναδώ – δεν ήθελα να το χωνέψω. Πώς κάνεις έτσι, ρε φίλε, θα μου πεις. Μια κοπέλα γνώρισες, μια φορά την είδες, θες να σου πάνε όλα καλά και με τα ζόρι? Δε γουστάρει, τι να κάνουμε δηλαδή? Πρώτη φορά θα’ναι?
Έλα ντε. Κι όμως με χάλαγε.. Ήταν ο συνδυασμός των ημερών? Τα γενέθλια, οι ευχές, οι χαρές και η ελπίδα? Ή μήπως ήταν η Ελένη που είχε αυτό το κάτι διαφορετικό, που έκανε το, ενδεχομένως λογικό, αποτέλεσμα της γνωριμίας μας να μοιάζει εντελώς παράλογο?
Κάτι απάντησε, κάτι απάντησα, είπε θα το προσπαθήσει. Δεν ξανάστειλε. Πακέτο.
[...] Λονδίνο, να πάω σ’αυτό το LSE, να την πετύχω τυχαία στο [...]