What came first? The music or the misery?
Με την πρόταση αυτή ανοίγει ο John Cusack το υπέροχο High Fidelity του Stephen Frears, και συνεχίζει:
People worry about kids playing with guns, or watching violent videos, that some sort of culture of violence will take them over. Nobody worries about kids listening to thousands, literally thousands of songs about heartbreak, rejection, pain, misery and loss. Did I listen to pop music because I was miserable? Or was I miserable because I listened to pop music?
Το θεμελιώδες ερώτημα, ωστόσο, μένει τελικά αναπάντητο, ενώ η ταινία απλώνεται στα σοκάκια άλλων pop aspects της ζωής μας – του έρωτα, της ρουτίνας ή της χυλόπιτας – και έτσι, μια γλυκόπικρη γεύση συνοδεύει τη θύμηση των opening lines..
“Logic implies misery came first, but it feels kinda unfair to music to be just certain about that”, θα ήθελα να απαντήσω, ως άλλος Rob Gordon, μα ο σεναριογράφος δε με συμβουλεύτηκε – η ιστορία του κινηματογράφου βρίθει ανάλογων ατυχών παραλείψεων. Κι αυτό γιατί το ερώτημα δεν είναι φιλοσοφικό, δεν είναι καν ποιητικό(*), είναι συναισθηματικό. Κι έτσι, η απάντηση που ζητά καμιά δουλειά με τη λογική δεν έχει, μα με τη βαθιά αλήθεια της καρδιάς μας – αυτή που καλά γνωρίζει πόσο δεμένα γέμισαν τα δυο τους την εφηβεία μας, πόσο συνόδεψαν κάθε μας έρωτα και περιπλέχτηκαν σε κάθε μας γλυκιά ή πικρή ανάμνηση.
Δεν ξέρω λοιπόν αν οι πρωτόπλαστοι πρόλαβαν να μελαγχολήσουν πριν αρχίσουν να σιγοσφυρίζουν στον κήπο της Εδέμ, μα εγώ τα γνώρισα μαζί και κανένα δε συνάντησα ποτέ μονάχο. Με ανακάλυψαν και με αιχμαλώτισαν μικρό – κι από καιρό έχω πάψει να προσπαθώ να τους ξεφύγω. Όχι πως δεν προσπάθησα, ούτε πως δεν θα μπορούσα να τα έχω καταφέρει – μα ήταν μετά το δικό τους ερχομό που καλωσόρισα τη ζωή.
Εγώ πιστεύω πως κάποιοι από τους δημιουργούς μουσικής εμπνεύστηκαν όντως από κάποια προϋπάρχουσα μιζέρια αλλά οι περισσότεροι (εξ’ ημών) μιζεριάζουν εξαιτίας της αδυναμίας τους να ζήσουν τις έντονες αυτές στιγμές που περιγράφονται από τη μουσική αυτού του είδους.
Καλή σκέψη.
Το αντιλαμβάνεσαι με διαφορετικό τρόπο από μένα, πάντως. Εγώ πάντα ερμήνευα τη λέξη misery σε αυτό το απόσπασμα ως “μελαγχολία” – κάπως ελεύθερα, παραδέχομαι – η οποία συνοδεύει κάθε άκουσμα, όπως και κάθε δημιουργία.
Η ταύτιση με τις εμπειρίες του καλλιτέχνη, όπως την περιγράφεις, γίνεται για μένα σε επίπεδο συγκινησιακής φόρτισης και όχι γεγονότων, οδηγώντας περισσότερο σε ένα ταξίδι στη μελαγχολία, παρά σε μία κατάδυση στη μιζέρια.
Ανάθεμα κι αν κατάλαβα τι εννοούσα..
Είμαι σχεδόν σίγουρος, έχοντας διαβάσει και το βιβλίο, πως εννοεί τη μιζέρια, τη βαριά μελαγχολία και όχι τη γλυκιά μελαγχολία.
[...] ψεύτικα και να μη νιώθεις άσχημα που εσύ δεν τα ζεις. What came first, the music or the misery? αναρωτιεται άλλωστε ο Nick Hornby στο “High [...]