Τέλος εποχής? Μακάρι να ήταν μόνο ένα.
Πλησιάζει Σεπτέμβρης του 2008 και τελειώνω το πανεπιστήμιο. Ήταν Σεπτέμβρης του 2002 και τελείωνα το σχολείο. Τέλος εποχής ήταν – και την Πένυ δεν την ξαναείδα ποτέ από τότε. Κι ας μου το ζήτησε, έξι φορές.
Ψάχνω και πάλι τα παλιά μου ημερολόγια. Δεν έγραφα όπως γράφω τώρα – ψιλοντρέπομαι. Έτσι θα ψιλοντρέπομαι στο μέλλον για το πώς έγραφα το 2008. Μα αντιγράφω πιστά. Τίμια.
28.09.02
Έχουν περάσει πολλά από την τελευταία καταγραφή. Όσο κι αν η ζωή του φοιτητή κυλάει αργά, δεν κυλάει μονότονα – έχουν γίνει πολλά, εδώ άλλαξα στυλό..
Χθες βγήκαμε φροντιστηριακώς – είχαμε να ειδωθούμε από το Μάη.
Ήταν Παρασκευή, και μας κάλεσε ο Κουράνος για μπύρες και πίτσες (κλασσικά), delivery στη Τζωρτζ, στο φροντιστήριο. Πήγα να δω τους φίλους μου, το Γιάννη και την Ειρήνη. Πήγα και για την Πένυ, μα δεν ήξερα αν ήθελα να έρθει.
Ήρθε τελευταία. Είχα πιει ήδη δυο μπύρες και είχα κάνει κεφάλι – μάλλον για να μπορέσω να τη δω – μα μόλις την αντίκρισα στο διάδρομο, κοκάλωσα. Είχε γίνει γυναίκα. Τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά, μα τόσο σοβαρή. Συνήλθα μεμιάς – ένιωσα παιδί μπροστά της.
Σοβαρεύτηκα. Αυτή μόλις με είδε, μου χαμογέλασε πλατιά, έτρεξε προς το μέρος μου, με φίλησε δεξιά και αριστερά στο μάγουλο, κοντά στο λαιμό, και μου είπε συγχαρητήρια. Τραύλισα «επίσης» και τη φίλησα δειλά. Εκείνη γέλασε δυνατά και μου απάντησε πως η επιτυχία της δεν συγκρινόταν με τη δική μου. Κόμπλαρα. Τι λένε σε τέτοιες περιπτώσεις? Την αποπήρα. Είχε περάσει Χίο, 6-7 προτίμηση, με 13 και κάτι. Πάντα με θαύμαζε. Έτσι είπε. Τι να το κάνω, σκέφτηκα. Εγώ σ’ αγαπώ.
Καθήσαμε στο φροντιστήριο κανά μισάωρο και έπεσε η ιδέα για συνέχεια στο Θησείο. Δεν έπρεπε να πάω. Το ήξερα. Μα μου το ζήτησε…
Σε όλο το δρόμο ήμασταν αγκαλιά – οι υπόλοιποι καμιά εικοσαριά μέτρα πίσω. Είχα πάρει την πρωτοβουλία να την πιάσω από τη μέση – ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου. Ζαλίστηκα. Από την Κάνιγγος μέχρι την Ομόνοια, στο τρένο, μέχρι το Θησείο, φτάσαμε στην καφετέρια. Έτσι πιασμένοι, καθήσαμε δίπλα-δίπλα. Είχα πάρει πια θάρρος. Πήρε ένα perrier, εγώ μια bud. Μιλούσαμε.
Μας ζήτησαν να πληρώσουμε. Την κέρασα, κι εκείνη αντέδρασε – ήθελε να πληρώσει το perrier της. Της είπα ότι έκανε ένα φιλί. Το είπα έτσι, αυθόρμητα, για να γελάσουμε. Αυτή όμως με κοίταξε στα μάτια. Ένιωσα ξαφνικά ότι θα γίνουν πολλά. Ο κόσμος γύρω μου, η καφετέρια, οι συμμαθητές, εξαφανίστηκαν. Ήμουν μόνο εγώ και η Πένυ να κοιτούμε στα μάτια του άλλου.
Τότε τα χειλάκια της χαμογέλασαν τρυφερά, με κοίταξε βαθιά και με ρώτησε, αθόρυβα, ένα μυστήριο: πού?
Ξύπνησα, είχα ξεχάσει, πού είχαμε μείνει. Ήμασταν κοντά – είναι η στιγμή, σκέφτηκα. Αυτή η ερώτηση, δεν έχει απάντηση. Πρέπει να τη φιλήσω. Το θέλω.
Ναι, αλλά εγώ είμαι εγώ, και εγώ, δεν είμαι έτσι. Η ένταση της στιγμής ήταν τόση που ο κομπλαρισμένος μου εαυτός, στάθηκε ακίνητος και νηφάλιος, ντροπαλός, και είπε: όπου θέλεις.
Εκεί παίχτηκαν όλα. Με φίλησε. Με φίλησε απαλά, τρυφερά, στο μάγουλο – θα ‘ταν άτιμο, είπε.
Αργότερα έμαθα. Από την, σκόπιμη λογικά, στιχομυθία της με την διπλανή της, έμαθα για το Βασίλη. Ετών 23, μπασκετμπολίστας, τον γνώρισε το καλοκαίρι. Όταν τη ρώτησα, αν είναι ευτυχισμένη, μου είπε πως είναι πολύ καλό παιδί, της θυμίζει εμένα…
Έφυγα. Κάθησα δέκα λεπτά κι έφυγα. Πνιγόμουν, ήθελα αέρα. Χαιρέτισα κι έφυγα.
Με σταμάτησε στην έξοδο της καφετέριας. Θα σε πάω στο σταθμό, μου είπε. Με έπιασε από τη μέση. Ήταν ένα τέταρτο μέχρι το σταθμό. Κρύωνε. Τη σκέπασα με το τζην. Μου χαμογέλασε, όπως μόνο αυτή μπορούσε. Με αφόπλιζε, πάντα.
Έξω από το σταθμό αποχαιρετιστήκαμε. Κρέμασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου, κι εγώ πέρασα τα χέρια μου στη μέση της. Ένταση. Πήγα να.. Με πρόλαβε. Με φίλησε στο μάγουλο, τα είπαμε αυτά, είπε. Φεύγοντας, μου θύμισε για έκτη φορά, να την επισκεφτώ στη Χίο. Της είπα να προσέχει. Να προσέχει.
Κατέβηκα στο σταθμό. Πέρασαν 10 λεπτά, μπήκα στο τρένο. Εισπνοή, εκπνοή. Μάτια στεγνά.
Ακουστικά. Nothing else matters.